Διαταραχές στη γλωσσική ανάπτυξη και τραυλισμός.

Στην ηλικία δύο και τεσσάρων ετών, παρατηρείται ραγδαία πρόοδος των παιδιών στον τομέα της γλωσσικής ανάπτυξης. Επιπλέον, φαίνεται πως η συνήθης ηλικία έναρξης του τραυλισμού εντοπίζεται σε αυτή την περίοδο.

Το ενδιαφέρον για τη μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης των παιδιών με τραυλισμό ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1920, αλλά αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Στόχος αυτών των ερευνών είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο παρατηρούνται διαφορές στη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών με τραυλισμό σε σύγκριση με τα συνομήλικά τους παιδιά με κανονική ροή ομιλίας και να διερευνηθεί κατά πόσο οι διαταραχές στη γλωσσική ανάπτυξη εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στον πληθυσμό των παιδιών με τραυλισμό.

Ένα βασικό συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει η πλειονότητα των ερευνών αυτών, είναι ότι τα παιδιά με τραυλισμό καθυστερούν στην ανάπτυξη του λόγου με μεγαλύτερη συχνότητα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους.

Όπως επισημαίνουν όμως, οι Paden, Yairi και Ambrose (1999), οι οποίοι επί σειρά ετών διηύθυναν το Ερευνητικό Πρόγραμμα για τον Τραυλισμό στο Πανεπιστήμιο του Illinois, τα παιδιά με τραυλισμό δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ομοιογενής ομάδα.

Μετά από έρευνα που πραγματοποίησαν, καταλήξανε στο συμπέρασμα ότι, τα παιδιά στα οποία ο τραυλισμός εδραιώθηκε, είχαν αρχικά περισσότερες και σοβαρότερες φωνολογικές δυσκολίες σε σύγκριση με τα παιδιά στα οποία ο τραυλισμός υποχώρησε. Το γεγονός αυτό στηρίζει την άποψη πως τα προβλήματα των παιδιών στο φωνολογικό τομέα επηρεάζουν αρνητικά την έκβαση του τραυλισμού.

Το ερώτημα όμως που τίθεται, με βάση τα ευρήματα που προαναφέρθηκαν, είναι το είδος της σχέσης μεταξύ φωνολογικών διαταραχών και τραυλισμού:

  • Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι ο τραυλισμός μπορεί να καθυστερεί την ομαλή φωνολογική εξέλιξη των παιδιών αυτών λόγω των δυσμενών συνεπειών του στη λεκτική επικοινωνία, η οποία συχνά περιορίζεται με αποτέλεσμα την ελλιπή άσκηση των παιδιών στην ομιλία.
  • Μια εναλλακτική ερμηνεία είναι ότι η ύπαρξη κάποιας γλωσσικής διαταραχής, ιδιαίτερα στο φωνολογικό τομέα, ενδέχεται να πυροδοτεί την έναρξη και την εδραίωση του τραυλισμού σε ορισμένες, τουλάχιστον, περιπτώσεις παιδιών.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι στιγμές τραυλισμού προκύπτουν σε ορισμένα παιδιά ως αποτέλεσμα αυξημένου άγχους κατά την παραγωγή ομιλίας, στην περίπτωση που δυσκολίες φωνολογικού ή άλλου τύπου τα δυσκολεύουν στη σωστή εκφορά των λέξεων και τα οδηγούν σε προσπάθειες διόρθωσης ή αποφυγής τους.


Πηγή:

ΚΑΚΟΥΡΟΣ, Ε. – ΜΑΝΙΑΔΑΚΗ, Κ. (2006).
ΤΡΑΥΛΙΣΜΟΣ Η Φύση και η Αντιμετώπισή του στα Παιδιά και τους Εφήβους. Αθήνα: τυπωθήτω)