Εργοθεραπεία και Λογοθεραπεία: O ένας κλάδος χρειάζεται τον άλλον

εργοθεραπεία και λογοθεραπεία

Εργοθεραπεία και Λογοθεραπεία: O ένας κλάδος χρειάζεται τον άλλον. Η λογοθεραπεία και η εργοθεραπεία συμπίπτουν σε διάφορες λειτουργίες, όπως η σίτιση, η κατάποση, η νόηση, η στάση του σώματος, η αντίληψη κ.ά. Η σύγχρονη ιατρική ουσιαστικά διαχωρίζει τις διάφορες λειτουργίες του παιδιού: η φυσιοθεραπεία ασχολείται με το κάτω μέρος του σώματος, η εργοθεραπεία με το πάνω μέρος και η λογοθεραπεία καταπιάνεται με το στόμα (λαιμός, γλώσσα, χείλη, γνάθος). Ωστόσο, αυτός ο διαχωρισμός είναι απλουστευμένος, καθώς τα διάφορα μέρη του σώματος συνδέονται μεταξύ τους και η λειτουργία του ενός μέρος του σώματος επηρεάζει ένα άλλο. Η σχέση των δεξιοτήτων λόγου και ομιλίας με την εργοθεραπεία αποτελεί ένα απτό παράδειγμα αυτής της σύνδεσης. Η εργοθεραπεία προσφέρει περισσότερα στα παιδιά που παρουσιάζουν καθυστέρηση λόγου και ομιλίας από μία απλή εκτόνωση της ενέργειάς τους ή μία απλή επαφή με νέες υφές. Πολλές από τις δυσκολίες του παιδιού, οι οποίες γίνονται αντιληπτές από τον εργοθεραπευτή, συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας του. Παρόλα αυτά, η ιδιοδεκτικότητα (η αίσθηση της θέσης του σώματος) και οι λειτουργίες του αιθουσαίου συστήματος (η ισορροπία) είναι αυτές που συνδέουν τις ευρύτερες λειτουργίες μεταξύ τους.

Οι εργοθεραπευτές που δουλεύουν πάνω στην αισθητηριακή ολοκλήρωση, επικεντρώνονται στον τρόπο, με τον οποίο το παιδί λαμβάνει ερεθίσματα από το περιβάλλον, οργανώνει αυτά τα ερεθίσματα και κατόπιν αντιδρά και προσαρμόζεται σε αυτό. Μπορούμε να φανταστούμε την ανάπτυξη ενός παιδιού σαν ένα ανεστραμμένο τρίγωνο με το αισθητηριακό σύστημα στη βάση του, αυτό ισορροπεί όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες των υψηλότερων συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των δεξιοτήτων λόγου και ομιλίας.

Οι πρώιμες αισθητηριακές εμπειρίες βοηθούν στην ανάπτυξη των κινητικών δεξιοτήτων και μας μαθαίνουν να αντιδρούμε στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Τα ερεθίσματα που δεχόμαστε στα πρώτα στάδια είναι πολύ σημαντικά. Ως βρέφη, ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε είναι η σχέση μεταξύ των χεριών και του στόματος. Στη συνέχεια, αναπτύσσουμε τα στοματικά κινητικά αντανακλαστικά, όπως τα αντανακλαστικά του προσανατολισμού και του πιπιλίσματος και τελικά αποκτούμε μία αίσθηση αυτοελέγχου. Όταν το χέρι κινείται, το σώμα δέχεται ερεθίσματα από τους μύες και τις κλειδώσεις, με αποτέλεσμα να αποκτούμε μια αίσθηση του εαυτού μας.

Το κλάμα ενός βρέφους και, ως εκ τούτου, η ικανοποίηση των αναγκών του, αποτελούν την πρώτη μορφή αλληλεπίδρασης, τις απαρχές της επικοινωνίας. Το αιθουσαίο σύστημα δέχεται ερεθίσματα από το εσωτερικό αυτί, τα οποία κινούνται προς δύο κατευθύνσεις: προς τα πάνω στον κοχλία και προς τα κάτω στο ιδιοδεκτικό και απτικό σύστημα. Αυτά τα ερεθίσματα βοηθούν στην ισορροπία, ενισχύουν την ικανότητα να στεκόμαστε ακίνητοι, καθώς και τον έλεγχο της κίνησης των ματιών. Το αιθουσαίο σύστημα συντονίζει και ελέγχει τις κινήσεις, ενημερώνοντας το σώμα όταν κινούμαστε, για τον τρόπο που κινούμαστε, δηλαδή αργά ή γρήγορα, αλλά και όταν σταματά ή ξαναρχίζει αυτή την κίνηση. Παρομοίως, η παραγωγή ομιλίας αφορά τον κινητικό έλεγχο και το συντονισμό των κινητικών μυϊκών κινήσεων. Το αιθουσαίο σύστημα συνεργάζεται στενά με το ακουστικό σύστημα: και τα δύο -χωρίζονται ανατομικά μόνο από ένα οστεϊκό λαβύρινθο- λαμβάνουν ερεθίσματα από τους δέκτες του αυτιού. Όταν ο ήχος διαπερνά το αυτί, προκαλεί μία τέτοιου είδους δόνηση και είναι αυτή που γίνεται αντιληπτή από το σώμα και όχι ο ήχος καθεαυτός. Εάν το παιδί συναντά δυσκολία στην κατανόηση αυτής της δόνησης, τότε υπάρχει ενδεχόμενη δυσκολία στην επεξεργασία των ήχων. Είναι απαραίτητο να κατανοούμε τι ακούμε, πριν το επαναλάβουμε.

Οι συνδέσεις των νεύρων στο εσωτερικό αυτί παίζουν, επίσης, σημαντικό ρόλο στο συντονισμό της ομιλίας. Τα βασικά κρανιακά νεύρα που διαπερνούν το εσωτερικό αυτί, το τρίδυμο, το προσωπικό και το γλωσσοφαρυγγικό νεύρο, διεγείρουν το πρόσωπο και το στόμα. Εάν το αιθουσαίο σύστημα υπολειτουργεί ή – αντίθετα- υπερλειτουργεί, επηρεάζει την αποδοχή των ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα να επιδρά αρνητικά στα ερεθίσματα που δέχονται το στόμα και τα μάτια. Tο πνευμονογαστρικό νεύρο ελέγχει τις ομοιοστατικές λειτουργίες, όπως το αναπνευστικό σύστημα, τους σφυγμούς της καρδιάς, τους κύκλους του ύπνου και της αίσθησης της πείνας.

Το ιδιοδεκτικό σύστημα σχετίζεται με την «αίσθηση της θέσης του σώματος», δηλαδή την ασυνείδητη επίγνωση που μας παρέχουν οι κλειδώσεις μας, οι μύες, οι τένοντες και οι ιστοί που συνδέουν μεταξύ τους τα οστά. Εάν, λοιπόν, ένα παιδί παρουσιάζει ελλειμματική ιδιοδεκτική επεξεργασία, είναι πιθανό ότι θα αντιμετωπίσει πρόβλημα στο συντονισμό των στοματικών μυών. Αυτό μπορεί, επίσης, να επηρεάσει τους μύες που υποστηρίζουν την αναπνοή. Ο συντονισμός των αιθουσαίων, οπτικών και ακουστικών συστημάτων του σώματος, μας βοηθά να έχουμε αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Αυτή η αίσθηση είναι σημαντική για δεξιότητες υψηλότερου επιπέδου, όπως η δομή, η ακολουθία, ο συγχρονισμός και η εναλλαγή της συζήτησης. Η αίσθηση του χώρου, μας βοηθά να κατανοήσουμε το περιβάλλον γύρω μας, καθώς με αυτόν τον τρόπο αποκτούμε αίσθηση του προσωπικού χώρου και των εκφράσεων του προσώπου, γεγονός που έχει σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές μας δεξιότητες.

Κατ’αυτό τον τρόπο, η εργοθεραπεία και η λογοθεραπεία συνδέονται στενά μεταξύ τους. Οι δεξιότητες που αναπτύσσουμε με την ομαλή λειτουργία των αιθουσαίων και ιδιοδεκτικών συστημάτων, συνδέονται άμεσα και ποικιλοτρόπως με τις λειτουργίες του λόγου και της ομιλίας. Τέτοιες δεξιότητες, για παράδειγμα, είναι η λεπτή κινητικότητα, ο συντονισμός των κινήσεων και η οργάνωσή τους, η ακουστική επεξεργασία του ήχου, ο έλεγχος της στάσης του σώματος και η ευθυγράμμισή του και τέλος, η υποστήριξη της αναπνοής.

Η αμοιβαία υποστηρικτική σχέση μεταξύ εργοθεραπευτών και λογοθεραπευτών βοηθά να μαθαίνει ο ένας κλάδος από τον άλλο και κυρίως εγγυάται τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα για τα παιδιά.


Πηγή: http://www.pediastaff.com/resources-occupational-therapy-and-speech-therapy-why-we-need-each-other–featured-december-31-2010